Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

«Τελευταίες λέξεις» - Ο τελευταίος κάτοικος της Σπιναλόγκα









«Τελευταίες Λέξεις» (Last Words) είναι το πειραματικό, μικρού μήκους φιλμ για τον καλύτερο λυράρη της Κρήτης που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο νησί των λεπρών, τη Σπιναλόγκα. Όταν το κολαστήριο καταργήθηκε και έφυγαν από εκεί όλοι οι λεπροί, εκείνος έμεινε μόνος στο νησί αρνούμενος να γυρίσει πίσω στον πολιτισμό.
Ο Βέρνερ Χέρτζογκ (Werner Herzog), του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Βέρνερ Χ. Στίπετιτς, γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1942 στο Μόναχο. Μεγάλωσε σ’ ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό της Βαυαρίας, όπου δεν υπήρχε ούτε τηλέφωνο, ούτε κινηματογράφος ούτε τηλεόραση. Άρχισε να ταξιδεύει με τα πόδια σε ηλικία 14 ετών, και έκανε το πρώτο του τηλεφώνημα στα 17 του. Ενώ φοιτούσε στο γυμνάσιο, εργαζόταν επίσης στη νυχτερινή βάρδια ως οξυγονοκολλητής σ’ ένα χαλυβουργείο. Έτσι, κατάφερε να χρηματοδοτήσει τις πρώτες του ταινίες, που ξεκίνησε να γυρίζει το 1961, σε ηλικία 19 χρονών. Έκτοτε υπήρξε παραγωγός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης 40 ταινιών, ενώ έχει εκδώσει περισσότερα από δέκα πεζογραφήματα κι έχει σκηνοθετήσει άλλες τόσες όπερες. Μερικές από τις πιο γνωστές δουλειές του είναι οι «Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού», «Νοσφεράτου», κ.α.
To 1968 βρέθηκε στην Κρήτη για τα γυρίσματα της πρώτης του ταινίας «Signs of life». Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας, ο Χέρτζογκ γύρισε το πειραματικό μικρού μήκους φιλμ (ασπρόμαυρο διάρκειας σχεδόν 13 λεπτών) με τίτλο Letzte Worte (Τελευταίες λέξεις), με θέμα τον «καλύτερο λυράρη της Κρήτης που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο νησί των λεπρών, τη Σπιναλόγκα, και όταν το κολαστήριο καταργήθηκε και έφυγαν από εκεί όλοι οι λεπροί, εκείνος έμεινε μόνος στο νησί αρνούμενος να γυρίσει πίσω στον πολιτισμό. Τρεφόταν με αγριόχορτα, αγκάθια και σαύρες και έπαιζε τη λύρα του. Όταν οι αρχές τον έφεραν πίσω δια της βίας, κλείστηκε στο σπίτι του αρνούμενος να μιλήσει και εκφραζόταν μόνο με τη μουσική του».
Η ταινία τελειώνει με κοντινό πλάνο στο πρόσωπο και στα χέρια του οργανοπαίκτη που μιλάει στο φακό:

«Όχι, δεν λέω τίποτα… τελείωσα… έτσι γουστάρω… τελευταία μου λέξη…»

«π» Ντάρεν Αρονόφσκι


     Τα μαθηματικά είναι η γλώσσα της φύσης. 
  1. Τα πάντα γύρω μας μπορούν να απεικονιστούν και να κατανοηθούν με αριθμούς.
  2. Αν οποιοδήποτε σύστημα απεικονιστεί με αριθμούς, πρότυπα μορφήματα (patterns) ανακύπτουν. Άρα, παντού στη φύση υπάρχουν πρότυπα. Στο χρηματιστήριο;
Η υπόθεσή μου: στη χρηματιστηριακή αγορά υπάρχει ένα πρότυπο, και βρίσκεται μπροστά στα μάτια μου...


Ο Μαξ Κοέν, ένας ευφυής μαθηματικός που ακροβατεί ανάμεσα στα δισδιάκριτα όρια της ευφυΐας και της τρέλας, τα τελευταία δέκα χρόνια προσπαθεί να ξεκλειδώσει τον μυστικό κώδικα που διέπει το υλικό και άυλο σύμπαν. Καθώς πλησιάζει στη λύση, το χάος κατακλύζει τον κόσμο γύρω του. Κλεισμένος στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη, αποκομμένος απ' τον έξω κόσμο δουλεύει μέρα νύχτα στον «Ευκλείδη», τον χειροποίητο υπολογιστή του, ψάχνοντας να φτάσει στη λύση του μυστηρίου που κρύβεται πίσω απ' τον αριθμό που εκφράζει το λόγο της περιφέρειας ενός κύκλου με τη διάμετρό του, τον αριθμό «π».
Ταλαντευόμενος στο χείλος του γκρεμού της ψυχικής του υγείας, πρέπει να διαλέξει μεταξύ τάξης και χάους, ιερού και βλάσφημου, γνώσης και αγνοίας και να αποφασίσει αν μπορεί να αντιμετωπίσει την επιβλητική δύναμη της ανακάλυψης του. Διαπιστώνει ότι η έρευνά του δεν έχει μείνει όσο μυστική θα ήθελε. Καταδιώκεται από μια χρηματιστηριακή εταιρεία της Wall Street και μια παραθρησκευτίκη ομάδα που αναζητεί το πραγματικό όνομα του Θεού, ένα όνομα με 216 χαρακτήρες, ακριβώς τον αριθμό που πιστεύει ότι έχει συναντήσει στη δική του έρευνα.
Καταβεβλημένος από φόβο και με την κατάστασή του να επιδεινώνεται συνεχώς, αρχίζει να χάνει το μυαλό του. Θέλοντας να φτάσει μέχρι το τέλος, συνεχίζει την έρευνά του παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλει ο μοναδικός φίλος του και πρώην μέντοράς του να τον πείσει να κάνει πίσω.
Η πρώτη κινηματογραφική απόπειρα του Ντάρεν Αρονόφσκι αποτελεί ένα ψυχολογικό θρίλερ μια εξερεύνηση πάνω στο θέμα της εμμονής. Όπως τόσες εξαιρετικές δημιουργίες του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου πραγματοποιήθηκε με μοναδική χρηματοδότηση δωρεές των 100 δολαρίων από φίλους και συγγενείς στους οποίους ο σκηνοθέτης υποσχέθηκε να πληρώσει στον καθένα 150 δολάρια αν η ταινία είχε κερδοφορία, διαφορετικά θα υπήρχε η ηθική ανταμοιβή της αναγραφής των ονομάτων τους στους τίτλους τέλους.
Ο προϋπολογισμός έφτασε περίπου στα 60.000 δολάρια και μετά την πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Σάντανς(Sundance) του 1998, που οδήγησε στην αποθέωση της ταινίας και στο βραβείο σκηνοθεσίας για τον Αρονόφσκι, αγοράστηκε για ένα εκατομμύριο δολάρια. Το «π» κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους λίγους μήνες αργότερα με επαινετικά σχόλια από κριτικούς και περισσότερα από τρια εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις.


Ο Χριστός ξανασταυρώνεται - Ζιλ Ντασέν



Το κλασικό, διαχρονικό βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη μετέφερε στον κινηματογράφο ο Ζιλ Ντασέν, το 1957, σκηνοθετώντας με τρόπο ανάγλυφο όλο το μυστικιστικό, βαθιά κοινωνικό, λίαν θρησκευτικό θέατρο του παραλόγου που έχει στηθεί σε ένα φτωχικό ορεινό χωριό της Μικράς Ασίας.







Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη Λυκόβρυση, ένα ελληνικό χωριό στην ενδοχώρα της Aνατολίας και αφηγείται την άφιξη μιας ομάδας προσφύγων από το μέτωπο, τη στιγμή που οι νεότεροι του χωριού ετοιμάζονται να παίξουν τους ρόλους τους σε ένα θρησκευτικό δράμα το επόμενο Πάσχα. Κάτω από την πίεση αυτών των γεγονότων οι χωρικοί-πρωταγωνιστές ταυτίζονται ολοένα και περισσότερο με τα πρόσωπα του Eυαγγελίου που πρόκειται να υποδυθούν ή και καταλαμβάνονται από αυτά.
H διαδικασία αυτή προχωρά και πέρα από τα ρεαλιστικά κίνητρα της επικείμενης θεατρικής παράστασης των Παθών και ισχύει κατ' επέκταση για όλους τους χαρακτήρες· οι άρχοντες του χωριού ασυναίσθητα καταλήγουν στο ρόλο των Φαρισαίων· ο παπάς του χωριού Γρηγόρης οδηγείται ανεπαίσθητα από τις περιστάσεις και από την ιδιοσυγκρασία του στο ρόλο του Kαϊάφα· τον ρόλο του Πιλάτου υποδύεται κατά τρόπο έξοχο αν και άθελά του, και με πολύ χιούμορ από τη μεριά του Καζαντζάκη, ο τοπικός Tούρκος Αγάς, ένας καλοπροαίρετος καλόβολος παιδεραστής που εν τέλει τρελαίνεται από τα ακατανόητα καμώματα των γύρω του Ελλήνων, οι οποίοι, καθώς λέει, «θα πετάλωναν τους ψύλλους».
Tο μυθιστόρημα τελειώνει με το Mανολιό, τη μορφή του Xριστού, να εκτελείται στην εκκλησία μεσάνυχτα Χριστουγέννων, καθώς φτάνει η είδηση της προσπέλασης τουρκικών στρατευμάτων στο χωριό· βρισκόμαστε προ της Μικρασιατικής καταστροφής και της εκδίωξης του ελληνικού πληθυσμού από την Aνατολία...
Διαβάστε τη συνέχεια της ανάλυσης του Βρετανού καθηγητή Roderick Beaton, μεταφρασμένη, εδώ.

Η ιταλογαλλικής παραγωγής ταινία πήρε ειδικό βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών και ήταν υποψήφια για BAFTA καλύτερης ξένης ταινίας, με τη Μελίνα Μερκούρη να πρωταγωνιστεί μεταξύ ενός πολυεθνικού καστ.

Επίσημος Τίτλος: Celui qui doit mourir
Ελληνικός Τίτλος: Ο Χριστός ξανασταυρώνεται
Διεθνής Τίτλος: He who must die
Πρεμιέρα: Στην Γαλλία Σάββατο, 4 Μαΐου 1957 και στην Ελλάδα Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008
Σκηνοθεσία: Ζιλ Ντασέν
Σενάριο: Ζιλ Ντασέν, Μπεν Μπάρζμαν, Αντρέ Ομπεΐ (βασισμένο στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη)
Πρωταγωνιστούν: Μελίνα Μερκούρη, Δήμος Σταρένιος, Ζαν Σερβέ, Καρλ Μόινερ, Γκριγκόρ Ασλάν, Γκέρτ Φρουμπ, Ρενέ Λεφέβρ, Λουσιέν Ρέϊμπουργκ, Ρόγερ Άνιν, Πιέρ Βανέκ, Νικόλ Μπέργκερ, Μορίς Ρονέ, Φερνάντ Λεντού, Άννα Αρμάου
Κοστούμια: Γιάννης Τσαρούχης
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκης
Κατηγορία: Δράμα
Γλώσσα: Γαλλικά
Έτος παραγωγής: 1957
Χώρα παραγωγής: Γαλλία, Ιταλία
Διάρκεια: 122'




Τα σταφύλια της οργής (1940) - Grapes of Wrath



Τα «Σταφύλια της οργής», το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, είναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.




Με τις σοδειές τους κατεστραμμένες από παρατεταμένη ξηρασία και από θυελλώδεις ανέμους που κουβαλούσαν πυκνά σύννεφα από χώμα, ξεριζωμένοι από τα χωράφια τους λόγω της εισβολής των νέων καλλιεργητικών μεθόδων, χιλιάδες εξαθλιωμένοι αγρότες του αμερικανικού Νότου εγκαταλείπουν τις εστίες τους κατευθυνόμενοι προς τη Γη της Επαγγελίας, την Καλιφόρνια.
Με τα λιγοστά υπάρχοντά τους φορτωμένα σε σαραβαλιασμένα φορτηγάκια ζουν ένα ταξίδι ολωσδιόλου εφιαλτικό ελπίζοντας να βρουν δουλειά και ψωμί. Τις τύχες μιας από αυτές τις οικογένειες παρακολουθεί το βραβευμένο με πούλιτζερ μυθιστόρημα του Στάινμπεκ (1939) και η πιστή κινηματογραφική του μεταφορά ένα χρόνο μετά.
Για να αποδώσει όσο μπορούσε πιο ρεαλιστικά την εξιστόρησή του, ο συγγραφέας έζησε για ένα διάστημα ανάμεσα στους εσωτερικούς μετανάστες, οι οποίοι, φθάνοντας στον προορισμό τους, δεν άργησαν να αντιληφθούν ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως είχαν ελπίσει: τους περίμεναν η καχυποψία, η εχθρότητα, η αναδουλειά, η πείνα και η ανάλγητη συμπεριφορά των εργοδοτών και των εκπροσώπων του κράτους.
Το βιβλίο του Στάινμπεκ συζητήθηκε όσο κανένα άλλο στην εποχή του, με την ίδια ζέση επαινέθηκε και κατηγορήθηκε («ένα μάτσο ψέματα», «κομμουνιστική προπαγάνδα», κ.α.). Χαρακτηριστικά, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι τράπεζες θεωρούσαν το μυθιστόρημα επικίνδυνα ανατρεπτικό, η εταιρία παραγωγής 20th Century Fox γύρισε την ταινία με τον παραπλανητικό τίτλο «Λεωφόρος 66», το όνομα της κεντρικής λεωφόρου στις ΗΠΑ που οδηγεί στην Καλιφόρνια. Παρά τις πιέσεις, το βιβλίο διαβάστηκε ευρύτατα και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους...
Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
Θα βρίσκομαι εκεί...
Ο Χένρι Φόντα ήταν αυτός θα κατέγραφε στο πάνθεον της 7ης τέχνης τις παραπάνω φράσεις, υποδυόμενος τον κεντρικό ήρωα, Τομ Τζόουντ, στην κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος. Ανάμεσα σε εξαιρετικές ερμηνείες αυτές που ξεχωριζουν ειναι του Χένρι Φόντα και της μητερας του στο φιλμ την οποία υποδύεται έξοχα η Τζέιν Ντάργουελ, κερδιζοντας ετσι και το όσκαρ.


Ο δημιουργικός εγκέφαλος της ταινίας, ωστόσο, ήταν ο σκηνοθέτης Τζoν Φορντ, ο οποίος κέρδισε το όσκαρ σκηνοθεσίας μετατρέποντας, με τη συνδρομή του οπερατέρ Γκρεγκ Τόλαντ, σε αξέχαστες εικόνες τις σελίδες του Στάινμπεκ.
Η σκηνοθετική ευφυΐα του ήταν η τολμηρή και άκρως αντιεμπορική ατμόσφαιρα της ταινίας μέσα από κάδρα της αμερικανικής φύσης στην απόλυτη μαυρίλα της: έρημες πεδιάδες, συννεφιασμένος ουρανός, λασπωμένοι δρόμοι. Μια προσέγγισή που διατήρησε στον υπέρτατο βαθμό το προνόμιο της εντιμότητας στην απεικόνιση των πραγματικών συνθηκών.
Τα «Σταφύλια της οργής» εξακολουθούν, ακόμη και σήμερα, να εντάσσονται σε πολλές λίστες των δέκα καλύτερων ταινιών στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.

Σκηνοθεσία: John Ford
Παραγωγή: Darryl F. Zanuck, Nunnally Johnson
Σενάριο: Nunnally Johnson, βασισμένο στο μυθιστόρημα The Grapes of Wrath του John Steinbeck
Παίζουν: Henry Fonda, Jane Darwell, John Carradine, Shirley Mills, John Qualen, Eddie Quillan
Μουσική: Alfred Newman
Οπερατέρ: Gregg Toland
Μοντάζ: Robert L. Simpson

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο - Connect With Us

eliasyian@gmail.com ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή, απόδοση του περιεχομένου του παρόντος ιστότοπου με οποιονδήποτε τρόπο, ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη άδειά μου. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.