Το λινό καλοκαίρι του Ελύτη άφησε λίγο χώρο πριν το συνετό φθινόπωρο για να πάμε διακοπές. Ένα δάκρυ τρέχει και άντε να το πιάσεις , πόσο να χωρέσει μέσα στην καρδιά σου διέκοψες την σήψη και ήρθες στα νερά σου βράχοι στέρφοι γίναν' κύματα πελάγους φύσηξε μαΐστρος σ' έφερε κοντά τους. Ο ήλιος και η γουστέρα πέρασαν απ την ξερολιθιά άφησαν το μικρό μονοπάτι μόνο να σε περιμένει τα χόρτα ξεράθηκαν και το φασκόμηλο με το θυμάρι άνθισαν στον βράχο. Ξεχύσου ολόγυρα και κοίτα αυτό το δάκρυ που πέφτει αυτό το σύννεφο που πέρασε αυτή η ακρογιαλιά που σε μάγεψε αυτό το γέλιο που σε συνεπήρε αυτό το αεράκι που σου δρόσισε το κορμί πάνω απ' το φανελάκι αυτό το τραγούδι που σιγοψιθυρίζεις καθώς ισορροπεί ς στα βράχια και από κάτω η θάλασσα οι σκέψεις και οι μυρωδιές. Είναι οι διακοπές μας ... μικρός καιρός
H μέρα μέθυσε από την ζέστη του Ιουνίου η νύχτα βαριά και ασκέπαστη ξετυλίγεται προς τ άστρα, υποψία δροσερού αέρα απ το παράθυρο εξ ανατολής , καταστέλλεται από θερμόαιμα τσιμέντα που τα πατώ με γυμνές πατούσες. Οι παντόφλες μου πλέουν μόνες τους στο δωμάτιο το καρπούζι κολοκύθι μάπα η ντομάτα αγγούρι πράσινο το πεπρωμένον φαγωθεί αδύνατον η αισχρότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ταραχή που ενοχλεί τούς αμύητους Τα σκυλιά ουρλιάζουν με την υποψία άσπρης γατούλας που πέρασε. Το φεγγάρι θα βγει σε λίγο το καθυστερούν οι κολόνες με τα καλώδια και οι κεραίες στα βουνά και εμείς οι υπέροχες ψυχούλες το βλέπουμε να ξεγλιστρά πάνω από τα κουτάκια των τσιμεντένιων καβουκιών μας . Θα μας τσακίσει η άγνοια.
Photography Elias Yian Πώς να σου αντισταθεί το φως αφού είσαι φτιαγμένη απ αυτό ακόμη και η σκιά σου είναι φωτεινή την παρακολούθησα πολλές φορές ανάμεσα σε χαλάσματα , παλιά κάστρα , και ερειπωμένες εκκλησίες όταν στεκόσουν εκεί , κόντρα στον ήλιο , έλαμπες όπου και να σε έβαζα έλαμπες ακόμη και σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία χρυσάφι ατόφιο , ακατέργαστο , που δέν ξέρει την αξία του έψαχνα να το βρω κάποτε στα βουνά εκεί όπου μεγάλωσα το ήθος μου το κοιτούσα αλλά δεν με διαπερνούσε ώσπου το έφερε η θάλασσα σ εκείνο το νησί σαν αεράκι ανάλαφρο και λίγο πριν τη δύση Aύρες και οσμές στο σκονισμένο δρομάκι πίσω απ τα αρμυρίκια όπου έμενα κάθε καλοκαίρι αναζητώντας το φως Ήταν σαν να ήρθες από παντού όταν σε κοίταξα και πέρασες ήταν σαν να πήγαινες και στην ανατολή και στην δύση ταυτόχρονα απέραντος πόνος με διαπέρασε πονάει η επιθυμία τα βήματά μου με οδήγησαν κοντά σου μέθυσα και έκλαψα τόσο , όσο δεν είχα κλάψει ...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου